ΑΣΤΙΚΗ

ΑΕΙΦΟΡΙΑ

ΤΟ ΑΣΤΙΚΟ ΠΕΡΙ ΒΑΛΛΟΝ

Το 2007, ο αριθμός των ανθρώπων που κατοικούσαν σε πόλεις ξεπέρασε για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπό¬τητας τον αγροτικό πληθυσμό της γης. Έτσι λοιπόν, ενώ τα αστικά συστήματα καλύπτουν μόνο το 4% της επιφάνειας της Γης, φιλοξενούν περισσότερο από 54% του παγκόσμιου πληθυ¬σμού (περίπου 3,4 δις ανθρώπους). Στην Ευρώπη, σήμερα, περίπου το 75% των πολιτών ζουν σε πόλεις και αστικές περιοχές. Κάτι παρόμοιο ισχύει και για τη χώρα μας καθώς 60% των κατοίκων ζουν στα αστικά κέντρα. Οι προβλέψεις για το μέλλον δείχνουν αυξητική τάση. Προβλέπεται ότι μέχρι το 2050, το 70% των ανθρώπων θα ζει πιθανότατα σε πόλεις, ενώ το 1950 το αντίστοιχο ποσοστό ήταν μόλις 30% (UNDESA, 2014).

 

Η ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ

Οι κάτοικοι των πόλεων έρχονται αντιμέτωποι με την κυκλοφοριακή συμφόρηση, τη ρύπανση της ατμόσφαιρας, τον θόρυβο, τα βουνά των σκουπιδιών, την έλλειψη ποιοτικών χώρων πρασίνου, την κατάληψη του δημόσιου χώρου αλλά και τη φτώχεια, τις κοινωνικές ανισότητες, την ανασφάλεια, την έλλειψη κοινωνικών σχέσεων. 


Η μεγάλη πρόκληση για τις αστικές περιοχές της Ευρώπης είναι να βρεθούν οι ισορροπίες ανάμεσα στις συμπαγείς περιοχές υψηλής πληθυσμιακής πυκνότητας αφενός, και την ποιότητα ζωής σε ένα υγιές αστικό περιβάλλον αφετέρου.

 

Η ΣΥΝΔΕΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΜΕ ΤΗ ΦΥΣΗ 

ΑΣΤΙΚΟΣ ΜΕΤΑΒΟΛΙΣΜΟΣ

Η προσέγγιση της πόλης σαν ένα ζωντανό σύστημα, όπως τα φυσικά οικοσυστήματα, συμπεριλαμβανομένων των αλληλεπιδράσεων του με τις ανθρώπινες δραστηριότητες και τη φύση. Μάλιστα, η προσέγ γιση δε σταματά στα όρια μιας πόλης, αλλά εξετάζει τη διαδικασία αστικοποίησης σε όλη την έκτασή της π.χ. στην Ευρώπη.

Η πόλη θεωρείται, σε μεγάλο βαθμό, η αιτία σημαντικών περιβαλλοντικών προβλημάτων, αφού καταναλώνει, μετατρέπει και απελευθερώνει υλικά και ενέργεια. Η ενέργεια, το νερό, τα τρόφιμα και τα υλικά που απαιτούνται για τη συντήρηση και τη λειτουργία του αστικού συστήματος εισάγονται στην πόλη (εισροές), από τα φυσικά οικοσυστήματα. Στην πόλη, χρησιμοποιούνται από την κοινωνία και την οικονομία και στη συνέχεια την εγκαταλείπουν (εκροές) σε μεγάλο βαθμό ως απόβλητα και εκπομπές, που επιστρέφονται πάλι πίσω στη φύση. Το 75% των πόρων που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι καταναλώνονται στα αστικά κέντρα. 


Η αντιμετώπιση της πόλης ως οικοσύστημα, έχει δώσει τις βασικές ιδέες για την προσέγγιση του ζητήματος της αειφορίας στο αστικό περιβάλλον μέσω της διαχείρισης των ροών που διατρέχουν το σώμα των πόλεων (αστικός μεταβολισμός). Η βασική ιδέα βασίζεται στη μείωση των εισροών και των εκροών της πόλης. Τι σημαίνει αυτό; Μείωση της κατανάλωσης, αειφορική διαχείριση των φυσικών πόρων (π.χ. επεξεργασία υγρών λυμάτων, πριν την επιστροφή τους στη φύση) και παραγωγή μέρους τουλάχιστον της ενέργειας και της τροφής εντός των ορίων της πόλης. 
Είναι σαφές λοιπόν ότι δεν μπορούμε να διαχωρίσουμε την πόλη και τα προβλήματά της από το φυσικό περιβάλλον που βρίσκεται έξω από τα όριά της.  

Εισροές και εκροές σε μια πόλη. (Φωτογραφία: Tessaloniki aus der Luft" by Hombre at wikivoyage shared. Licensed under CC BY-SA 3.0 via Wikimedia Commons)

Η αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών ζητημάτων των πόλεων  στο πλαίσιο της αστικής αειφορίας φαίνεται πως είναι η πρόκληση του 21ου αιώνα.
Αξιοποιώντας τις ιδέες αυτές μπορούμε να βελτιώσουμε τους όρους διαβίωσης στο εσωτερικό των πόλεων (π.χ. μείωση της ρύπανσης) αλλά και να μειώσουμε τις επιπτώσεις των πόλεων στο φυσικό περιβάλλον πέρα από τα όρια τους. Τελικά, η ανάληψη της ευθύνης τόσο για την ποιότητα ζωής στην πόλη όσο και για τη φύση αρχίζει από τους κατοίκους της πόλης. 


Είναι εξαιρετικά σημαντικό λοιπόν να ασχοληθεί κάποιος με το τι συμβαίνει στα μέρη εκείνα του πλανήτη που φιλοξενούν πάνω από το 50% του πληθυσμού και όπου καταναλώνονται το 75% των φυσικών πόρων.

 

ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΒΙΩΣΙΜΟΤΗΤΑΣ

ΠΥΚΝΟΤΗΤΑ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ

Η πυκνότητα του πληθυσμού στις πόλεις συνεπάγεται συντομότερες διαδρομές προς την εργασία και τις υπηρεσίες, περισσότερο περπάτημα, εντατικότερη χρήση του ποδήλατου ή των μέσων μαζικής μεταφοράς, ενώ τα διαμερίσματα σε πολυκατοικίες ή συγκροτήματα κατοικιών απαιτούν λιγότερη θέρμανση και λιγότερο χώρο ανά άτομο. Ως επακόλουθο, οι κάτοικοι των πόλεων καταναλώνουν κατά μέσο όρο λιγότερη ενέργεια και καταλαμβάνουν λιγότερη γη κατά κεφαλήν σε σύγκριση με τους κατοίκους της υπαίθρου. (Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος, 2013)

ΤΟ ΝΕΡΟ

H Θεσσαλονίκη καλύπτει τις ανάγκες της για ύδρευση, μεταφέροντας νερό από τον ποταμό Αλιάκμονα (Νομοί Κοζάνης και Ημαθίας) και τις πηγές της Αραβησσού (Νομός Πέλλας). Το νερό καταναλώνεται στις διάφορες λειτουργίες της πόλης (σπίτια, καταστήματα, χώροι πρασίνου κλπ.) και στη συνέχεια την εγκαταλείπει ως υγρά λύματα για να επιστρέψει ξανά στη φύση, στον Θερμαϊκό Κόλπο. ‘Όσο οι ανάγκες της πόλης σε νερό συνεχίζουν να αυξάνονται, θα βρισκόμαστε διαρκώς σε αναζήτηση νέων, όλο και πιο μακρινών, τόπων για υδρομάστευση ή θα κτίζονται νέα φράγματα.

Η εξοικονόμηση νερού και η αειφορική διαχείρισή του θεωρείται ως μία από τις προτάσεις για βιωσιμότητα – αειφορία στον σύγχρονο αστικό σχεδιασμό. Ήδη, εφαρμόζονται τεχνικές λύσεις που προσπαθούν να το πετύχουν, όπως π.χ. καζανάκια εξοικονόμησης νερού, βρύσες με φωτοκύτταρο, ενώ σε πολλές πόλεις εφαρμόζεται ήδη η ανακύκλωση του νερού μετά τον βιολογικό καθαρισμό του π.χ. για άρδευση χώρων πρασίνου. Η ευθύνη είναι τόσο ατομική όσο και συλλογική.

ΑΠΟΡΡΙΜΜΑΤΑ

Η ανάλυση των απορριμμάτων των ελληνικών νοικοκυριών των αστικών περιοχών δείχνει ότι το 50% αποτελείται από οργανικά υλικά (υπολείμματα φρούτων-λαχανικών), ενώ τα υλικά συσκευασίας αποτελούν τη δεύτερη μεγαλύτερη κατηγορία, το 40%. Σε ένα κυκλικό αειφορικό σύστημα, τα πρώτα πρέπει να γίνουν λίπασμα και εδαφοβελτιωτικό, ενώ τα δεύτερα να ανακυκλωθούν, για να πάρουμε τις πολύτιμες πρώτες ύλες και να τις ξαναβάλουμε στη συνέχεια στο σύστημα παραγωγής–κατανάλωσης.

Θεωρητικά, λοιπόν, η ανακύκλωση μπορεί να φτάσει το 90%. Η ανακύκλωση, όμως, είναι μια περίπλοκη διαδικασία: για να γίνει απαιτεί επιπλέον φυσικούς πόρους (π.χ. ενέργεια και νερό) και συνεπώς έχει και αυτή επιπτώσεις στο περιβάλλον. Η καλύτερη λύση είναι η μείωση του όγκου των παραγόμενων σκουπιδιών, η οποία θα προέλθει είτε από τη μείωση της κατανάλωσης είτε από τη μείωση της συσκευασίας στην πηγή (εμπορία προϊόντων με τη μικρότερη δυνατή συσκευασία). Η ανακύκλωση μπορεί να εφαρμοστεί στα υπόλοιπα σκουπίδια. Διαφορετικά, οι πόλεις θα συνεχίσουν να ψάχνουν όλο και περισσότερους χώρους διάθεσης των απορριμμάτων τους, πάντα έξω από τα όρια τους.

 

Η ΚΛΙΜΑΤΙΚΗ ΑΛΛΑΓΗ

Επανεξετάζοντας τον αστικό σχεδιασμό, την αρχιτεκτονική, τις μεταφορές και τη ρυμοτομία, μπορούμε να θέσουμε τις πόλεις και τα αστικά τοπία στο επίκεντρο της προσπάθειας για τον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής (π.χ. μέσω βιώσιμων συστημάτων μεταφορών, καθαρής ενέργειας και χαμηλής κατανάλωσης) και για προσαρμογή (π.χ. πράσινες στέγες, καλύτερη μόνωση, παραγωγής ενέργειας εντός των ορίων της πόλης με τοποθέτηση φωτοβολταϊκών στις στέγες, μέτρα για την αντιμετώπιση του φαινομένου της αστικής θερμικής νησίδας). Επιπλέον, ο καλύτερος αστικός σχεδιασμός θα βελτιώσει την ποιότητα ζωής συνολικά, διασφαλίζοντας έναν ήσυχο, ασφαλή, καθαρό και πράσινο αστικό χώρο. Θα προσφέρει, επίσης, νέες ευκαιρίες απασχόλησης μέσα από την τόνωση της αγοράς στους τομείς των νέων τεχνολογιών και της πράσινης αρχιτεκτονικής. 

ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΟ ΑΠΟΤΥΠΩΜΑ

Για τον προσδιορισμό του ζωτικού χώρου από τον οποίο αντλούν οι πόλεις τους πόρους που είναι απαραίτητοι για την επιβίωσή τους, χρησιμοποιείται ο όρος οικολογικό αποτύπωμα, που δεν είναι τίποτα άλλο από την έκταση παραγωγικής γης ή νερού που χρειάζεται η τροφοδοσία μιας πόλης αλλά και οι εκτάσεις πρασίνου που είναι απαραίτητες για την απορρόφηση του CO2 που παράγει ή για την απόθεση των απορριμμάτων της. Με άλλα λόγια, κάθε πόλη χρειάζεται μια πολύ ευρύτερη περιοχή πέρα από τα όρια της. Για παράδειγμα, υπολογίζεται ότι το Λονδίνο χρειάζεται μια περιοχή 300 περίπου φορές μεγαλύτερη από την έκταση του, ώστε να ικανοποιεί τις ανάγκες του (εισροές) και να απορρίπτει τα απόβλητα ή να απελευθερώνει τις εκπομπές του (εκροές). (Οικολογικό αποτύπωμα Μείζονος Λονδίνου)

ΟΙ ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΒΙΩΣΙΜΗΣ ΠΟΛΗΣ

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ 

Η ταυτότητα του τόπου (place identity) δηλώνει τι πραγματικά είναι ένας τόπος στην ουσία του. Παρουσιάζει το μοναδικό σύνολο αξιών που τον χαρακτηρίζουν και τον διαφοροποιούν από άλλους τόπους. Μπορεί να αναφέρεται, επίσης, στα μοναδικά φυσικά, πολιτιστικά και ιστορικά χαρακτηριστικά του.

Αφού η πόλη είναι σε μεγάλο βαθμό η αιτία σημαντικών περιβαλλοντικών προβλημάτων, στην πόλη πρέπει να στραφούμε για την επίλυσή τους. Θεωρώντας ως αναπόφευκτη την αύξηση του πληθυσμού στις πόλεις η αντιμετώπιση των προβλημάτων αυτών θα βελτιώσει την ποιότητα ζωής μέσα στην πόλη, ενώ συγχρόνως θα μειώσει τις επιπτώσεις της στο φυσικό περιβάλλον.

Πολλοί, μάλιστα, πιστεύουν πως η υπερσυγκέντρωση πληθυσμού και πόρων στις πόλεις, εκτός από πρόβλημα, συνιστά ίσως και ελπίδα. Η πυκνότητα του πληθυσμού σε συνδυασμό με την εγγύτητα των καθημερινών δραστηριοτήτων και την ύπαρξη πυκνών δικτύων επιτρέπει την αποτελεσματικότερη διαχείριση των φυσικών πόρων, π.χ. τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς, την οργάνωση συστημάτων ανακύκλωσης, θέρμανσης, και άλλα οφέλη που είναι δύσκολο έως αδύνατο να επιτευχθούν σε αγροτικές περιοχές, με αποτέλεσμα η επίπτωση του μεμονωμένου κατοίκου της πόλης στο περιβάλλον να είναι μικρότερη από τον αντίστοιχο κάτοικο της υπαίθρου, που ζει με παρόμοιο τρόπο ζωής.

Επιπλέον, οι μεγάλες και μικρές πόλεις λειτουργούν σαν κινητήριες δυνάμεις της προόδου, συχνά προωθώντας πολλά από τα πολιτιστικά, πνευματικά, εκπαιδευτικά και τεχνολογικά μας επιτεύγματα και καινοτομίες. Η πόλη είναι λοιπόν και το πεδίο της ανθρώπινης αλληλόδρασης όπου νέες ιδέες μπορούν να γεννηθούν, νέα ρεύματα σκέψης μπορούν να διαμορφωθούν, νέα κοινωνικά κινήματα μπορούν να εκφραστούν και νέοι κοινωνικοί σχεδιασμοί να αναδυθούν (Σχίζα, 2009).

Ήδη, ενώσεις πολιτών με ανεπίσημη οργανωτική δομή δρουν αυθόρμητα και άμεσα διεκδικώντας τους δρόμους από το αυτοκίνητο (Ένωση για τα Δικαιώματα των Πεζών, Η Θεσσαλονίκη αλλιώς), τους δημόσιους χώρους από την εγκατάλειψη, τα πεζοδρόμια από τα τραπεζοκαθίσματα, τα εγκαταλειμμένα στρατόπεδα (ΠΕΣ το Δυτικά, ΠΕΡΚΑ) από φιλόδοξα σχέδια «ανάπτυξης», τα ρέματα από τη μετατροπή τους σε νέους δρόμους, τα πάρκα από την εγκατάλειψη, το φόβο και την αποξένωση. Οι δράσεις αυτές δεν εναντιώνονται μόνο στα αυτοκίνητα για παράδειγμα, αλλά στις «πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις που καθοδηγούν τον πολιτισμό του αυτοκινήτου». Παράλληλα οι πολίτες εξοικειώνονται με τις συμμετοχικές διαδικασίες επαναπροσδιορισμού και σχεδιασμού του δημόσιου χώρου ( ΠΕΔΙΟ_ΑΓΟΡΑ). Οι πολίτες που επιδιώκουν την αειφορία της πόλης μέσα από μικρές τοπικές ή θεματικές δράσεις γίνονται πηγή έμπνευσης για άλλους και κάνουν την αρχή για την ανάπτυξη ενός αστικού περιβαλλοντικού πολιτισμού (Η Θεσσαλονίκης αλλιώς , Φίλοι της Νέας Παραλίας).

Δημόσιοι φορείς δραστηριοποιούνται, επίσης, προς αυτή την κατεύθυνση. Τα τελευταία χρόνια πρωτοβουλίες, όπως π.χ. οι «πράσινες», «έξυπνες», «ανθεκτικές», «υγιείς» πόλεις, αντικατοπτρίζουν την ανάγκη για προσαρμογή των πόλεων στις ανάγκες της κοινωνίας, στους γρήγορους ρυθμούς αλλαγών που έχουν να αντιμετωπίσουν αλλά και τις προκλήσεις του μέλλοντος. Οι πόλεις προσπαθούν να ξαναανακαλύψουν τον εαυτό τους και να προσδιορίσουν την ιδιαίτερη ταυτότητά τους (place identity). Αναγνωρίζουν την επιτακτική ανάγκη να προωθηθεί ένα νέο, πολύ διαφορετικό από το σημερινό μοντέλο αστικής ανάπτυξης, με στόχο τη βελτίωση της λειτουργίας των πόλεων, την αναβάθμιση της ποιότητας ζωής σε αυτές αλλά και τη βιωσιμότητα του ίδιου του πλανήτη. Πρόκειται ουσιαστικά για ρεαλιστικές πρωτοβουλίες, που έχουν ήδη τεθεί σε εφαρμογή σε μικρή ή μεγάλη κλίμακα, οι οποίες  επιβεβαιώνουν πάνω από όλα πως η αντιστροφή της πορείας στην οποία βαδίζει ο πλανήτης βρίσκεται στα χέρια των τοπικών κοινωνιών και των ενεργών πολιτών όταν αποφασίζουν να συνεργαστούν και να δράσουν.

Βέβαια, τα ζητήματα των πόλεων δεν μπορούν και δεν πρέπει να αντιμετωπιστούν μόνο στο τοπικό επίπεδο. Απαιτούνται ολοκληρωμένες πολιτικές, που συνειδητοποιούν την επίδραση των πόλεων στο περιβάλλον και νέες μορφές διακυβέρνησης, με στενότερη συνεργασία και συντονισμό σε τοπικό, εθνικό και περιφερειακό επίπεδο, που αναγνωρίζουν τον αλληλεξαρτώμενο κόσμο στον οποίο ζούμε.

Προς την κατεύθυνση αυτή κινείται και η Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία διαπιστώνοντας το γεγονός της αύξησης του αστικού πληθυσμού δείχνει όλο και αυξανόμενο ενδιαφέρον για τις πόλεις. Για την ευρωπαϊκή πολιτική, μάλιστα, οι βιώσιμες πόλεις φαίνεται πως θα αποτελέσουν τον ακρογωνιαίο λίθο για τη στρατηγική "Ευρώπη 2020". Οι πρωτοβουλίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, όπως το βραβείο «Πράσινης Πρωτεύουσας της Ευρώπης» ή το Σύμφωνο των Δημάρχων, στο πλαίσιο των οποίων οι πόλεις συνεργάζονται οικειοθελώς με την ΕΕ, σηματοδοτούν αυτή τη νέα κατεύθυνση πολιτικής. Υλοποιούν τη θεματική στρατηγική για το αστικό περιβάλλον και συμπληρώνουν πολιτικές της Ε.Ε. για τις πόλεις είτε άμεσα, όπως οι οδηγίες για την ποιότητα του αέρα, τον περιβαλλοντικό θόρυβο και τα αστικά λύματα είτε έμμεσα, όπως η οδηγία για τις πλημμύρες. Αυτές οι πολιτικές συγκροτούν το πρόγραμμα για το αστικό περιβάλλον της Ευρώπης, το οποίο επίσης περιλαμβάνει αστικές πολιτικές της Ε.Ε. σε σχέση με άλλους τομείς, όπως ο Χάρτης της Λειψίας για την αειφόρο ανάπτυξη των ευρωπαϊκών πόλεων ή το σχέδιο δράσης για την αστική κινητικότητα.

Παράλληλα, ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος (ΕΟΠ) αξιολογεί τακτικά το αστικό περιβάλλον στην Ευρώπη - τάσεις στην κάλυψη γης, κατανάλωση και ποιότητα περιβάλλοντος, όπως η θεματική αξιολόγηση Αστικό περιβάλλον της έκθεσης «Η κατάσταση του περιβάλλοντος» (State of the Environment Report, 2010). Στόχος του ΕΟΠ είναι να εντάξει το αστικό περιβάλλον στο ευρύτερο πλαίσιο για την παροχή ποιότητας ζωής στις ευρωπαϊκές πόλεις, που πραγματοποιεί τη σύνδεση με τις κοινωνικοοικονομικές και πολιτιστικές παραμέτρους. Παράλληλα, συλλέγει δεδομένα για το αστικό περιβάλλον ολόκληρης της Ευρώπης, όπως ο αστικός άτλαντας, η βάση δεδομένων AirBase και η υπηρεσία ενημέρωσης και παρατήρησης για την Ευρώπη, με αντικείμενο το θόρυβο (Noise Observation and Information Service for Europe ή NOISE). Αυτά τα δεδομένα παρατίθενται συγκεντρωτικά μαζί με σύνολα δεδομένων για το αστικό περιβάλλον από άλλους ευρωπαϊκούς οργανισμούς στην ηλεκτρονική πλατφόρμα για την ολοκληρωμένη παρακολούθηση του αστικού περιβάλλοντος στην Ευρώπη. Όσον αφορά τις αξιολογήσεις του, ο ΕΟΠ πραγματοποιεί μια μεταστροφή από την αξιολόγηση μεμονωμένων στοιχείων του αστικού περιβάλλοντος, όπως οι χρήσεις αστικής γης ή η ποιότητα του αέρα, προς την περιεκτικότερη έννοια, του αστικού μεταβολισμού. (Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος, 2013)

Αναδύονται, λοιπόν, θετικές από περιβαλλοντική άποψη όψεις της ζωής στην πόλη, οι οποίες απασχολούν τις Ενώσεις Πολιτών, τους Ο.Τ.Α., τις Περιφέρειες, την Ε.Ε. αποτελώντας μεγάλες προκλήσεις για την αειφορία στις πόλεις στον 21ο αιώνα.

 
 

ΠΟΛΕΙΣ

Η «ΥΓΙΗΣ ΠΟΛΗ»

Η ιδέα της «υγιούς πόλης» αναγνωρίζει ότι η ποιότητα ζωής,  κοινωνικοί, περιβαλλοντικοί, οικονομικοί και πολιτιστικοί παράγοντες επηρεάζουν την υγεία των ανθρώπων και τον ρόλο που μπορεί να έχουν οι πόλεις ως συντελεστές στην προαγωγή της υγείας των κατοίκων τους. Οι πόλεις μπορούν να επηρεάσουν τους παράγοντες αυτούς, αφού αποτελούν το περιβάλλον μέσα στο οποίο ζει και αναπτύσσεται μεγάλο μέρος του ανθρώπινου πληθυσμού. Έχει μεγάλη λοιπόν σημασία, οι τοπικές αρχές να θέσουν ως κεντρικό άξονα στη χάραξη και υλοποίηση της πολιτικής τους, την Υγεία και την Ποιότητα ζωής των κατοίκων των πόλεων. Για το λόγο αυτό έχει ιδρυθεί το Εθνικό Διαδημοτικό Δίκτυο Υγιών Πόλεων, με σκοπό να συνδράμει τις Δημοτικές Αρχές στις προτεραιότητες και στην υλοποίηση προγραμμάτων και δράσεων, που επιδιώκουν τη βελτίωση της υγείας του πληθυσμού τους. Το δίκτυο βρίσκεται υπό την αιγίδα του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας.

 Ο όρος «ανθεκτική πόλη» (resilient city)  αναφέρεται στη δυνατότητα μιας πόλης να επιβιώσει, να προσαρμοστεί και να αναπτυχθεί παρά τις όποιες χρόνιες πιέσεις και τις όποιες απρόσμενες κρίσεις. Χρόνιες πιέσεις θεωρούνται  η ανεργία, η φτώχεια, η βία, η απουσία κοινωνικής συνοχής, τα ανεπαρκή δίκτυα δημόσιων μεταφορών, οι δυσμενείς οικονομικές εξελίξεις, ο ρατσισμός, το μεταναστευτικό κ.ά. Απρόσμενες κρίσεις θεωρούνται οι σεισμοί, οι πλημμύρες, οι πυρκαγιές, ένα ξαφνικό μεταναστευτικό κύμα κ.ά.

 Στο Δίκτυο "100 Ανθεκτικές Πόλεις" (100 Resilient Cities), που έχει σκοπό να βοηθήσει πόλεις ανά τον κόσμο να γίνουν πιο ανθεκτικές, απέναντι στις φυσικές, κοινωνικές και οικονομικές προκλήσεις, έχουν ενταχθεί η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη. Το δίκτυο προσφέρει οικονομική και υλικοτεχνική βοήθεια για την αντιμετώπιση της αστικής κρίσης, καθώς και δυνατότητα επικοινωνίας και αλληλοβοήθειας μεταξύ των πόλεων του δικτύου.

Η έννοια της «πράσινης πόλης» σηματοδοτεί την ανάγκη για εξασφάλιση της ποιότητας ζωής μιας πόλης, μέσα από την αναζήτηση ενός νέου μοντέλου αστικής ανάπτυξης που θα συμβάλει στο να γίνουν οι πόλεις μας πιο ανθρώπινες και ελκυστικές, για να ζει κανείς. Η δημιουργία του Δικτύου Ελληνικών Πράσινων Πόλεων σηματοδοτεί την πρόθεση των αντίστοιχων Δήμων να πρωτοστατήσουν στη βιώσιμη ανάπτυξη και στη βελτίωση του αστικού περιβάλλοντος, με στόχο τη δημιουργία οικολογικής συνείδησης στη διοίκηση και τους πολίτες, τη συμμετοχή των Δήμων στις εξελίξεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο, την παρακολούθηση ευρωπαϊκών προγραμμάτων και την ανταλλαγή ορθών πρακτικών και ιδεών. Οι 12 τομείς-δείκτες που έχουν επιλεγεί ως καταλληλότεροι για να αποτυπωθεί μια σφαιρική αξιολόγηση του αστικού περιβάλλοντος μιας πόλης, ακολουθούν τα πρότυπα των δεικτών που ορίζει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την αξιολόγηση των υποψηφιοτήτων για την “Πράσινη Πρωτεύουσα της Ευρώπης”. Οι δείκτες αυτοί  είναι: ο ατμοσφαιρικός αέρας, οι βιώσιμες μεταφορές, η διατήρηση της φύσης και της βιοποικιλότητας, η διαχείριση αποβλήτων, η διαχείριση του περιβάλλοντος, η ενεργειακή απόδοση, η επεξεργασία λυμάτων, τα επίπεδα θορύβου, η κατανάλωση νερού, η οικολογική καινοτομία και η βιώσιμη απασχόληση, η κλιματική αλλαγή, οι πράσινες αστικές περιοχές.

Οι ελληνικές πόλεις που συμμετέχουν μέχρι στιγμής στο δίκτυο είναι η Αθήνα, η Αλεξανδρούπολη, ο Βόλος, η Ζάκυνθος, η Θεσσαλονίκη, τα Ιωάννινα, η Κέρκυρα, η Κοζάνη και τα Τρίκαλα.

Η «ΠΡΑΣΙΝΗ ΠΟΛΗ» 

Η «ΑΝΘΕΚΤΙΚΗ ΠΟΛΗ»

Η «ΕΞΥΠΝΗ ΠΟΛΗ»

Ο όρος «έξυπνη πόλη» (smart city) χρησιμοποιείται, για να περιγράψει μια πόλη που αξιοποιεί σύγχρονες τεχνολογίες, με στόχο, αφενός να βελτιώσει την καθημερινότητα των πολιτών της, αφετέρου να ενισχύσει τη συμμετοχή τους στη λήψη αποφάσεων για θέματα που τους αφορούν. Αυτό μεταφράζεται, στην πράξη, σε ευρυζωνικές συνδέσεις στο διαδίκτυο, παρεμβάσεις που διευκολύνουν την κινητικότητα στην πόλη, μείωση της κατανάλωσης ενέργειας και αξιοποίηση φιλικών προς το περιβάλλον Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνίας, υπηρεσίες ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, δημόσια δεδομένα ανοικτά στους πολίτες, ώστε και οι βασικές υπηρεσίες μιας πόλης να καταστούν περισσότερο προσβάσιμες και οι πολίτες να συνεισφέρουν στον εντοπισμό αλλά και την επίλυση προβλημάτων. Η «έξυπνη» πόλη» αποτελεί βασικό πυλώνα για την ανάδυση νέων και σύγχρονων μορφών διακυβέρνησης και τη διαμόρφωση πολιτικών και στρατηγικών, με βασικό στόχο την επίτευξη μιας βιώσιμης και αειφόρου ανάπτυξης. Στην χώρα μας, ήδη, αρκετοί δήμοι συμμετέχουν αξιοποιώντας τις δυνατότητες της «έξυπνης πόλης».

  • “Έξυπνη” είναι η πόλη που παρέχει στους πολίτες τη δυνατότητα να αναφέρουν με άμεσο τρόπο καθημερινά προβλήματα, όπως π.χ. βλάβες στον δημοτικό φωτισμό, μια διαρροή στο δρόμο, και να παρακολουθήσουν την εξέλιξη της επίλυσής τους. (βλ. Βελτιώνω τη πόλη μου του Δήμου Θεσσαλονίκης)

  • “Έξυπνη” είναι η πόλη που βοηθά τον επιχειρηματία να προωθήσει τις υπηρεσίες του συμβάλλοντας στην οικονομική ανάπτυξη του τόπου του.