Ο τίτλος του δικτύου Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης «Βιώσιμη Πόλη: η πόλη ως πεδίο εκπαίδευσης για την αειφορία» παραπέμπει άμεσα στη χρήση του αστικού περιβάλλοντος ως αντικειμένου μελέτης της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Συχνά λέμε στα παιδιά πως η πόλη είναι σαν ένα ανοικτό βιβλίο που μας περιμένει να το διαβάσουμε. Ας δούμε τι μπορεί να σηματοδοτεί αυτό για μία εκπαιδευτική προσέγγιση της πόλης σε σχέση με τη βιωσιμότητα – αειφορία.

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΕΙΦΟΡΙΑ

 

ΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΩΣ ΣΥΣΤΗΜΑ

Η έννοια του «περιβάλλοντος του ανθρώπου» στον περιβαλλοντικό λόγο του 21ου αιώνα είναι αυτή του συστήματος που διαμορφώνεται από τη συνδυασμένη δράση των επιμέρους φυσικών, κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών συστημάτων. Η Περιβαλλοντική Εκπαίδευση στη δεκαετία που διανύουμε επιδιώκει την ολιστική προσέγγιση του περιβάλλοντος και τη μελέτη των περιβαλλοντικών προβλημάτων ως μέρος του περιβάλλοντος- συνόλου (Δημητρίου, 2009, Φλογαΐτη, 2006).

Για παράδειγμα, το νερό, στοιχείο του φυσικού περιβάλλοντος, μέρος του συστήματος υποστήριξης της ζωής στον πλανήτη, επηρεάζει το κοινωνικό περιβάλλον (βλ. ποσότητα και ποιότητα νερού για ύδρευση, καλλιέργεια τροφής κλπ.) και το οικονομικό περιβάλλον (βλ. ποσότητα και ποιότητα νερού για την γεωργία ή άλλες οικονομικές δραστηριότητες, κόστος για την υδρομάστευση και μεταφορά του στους τόπους κατανάλωσης κλπ.).

Αντίστοιχα, το νερό επηρεάζεται από το κοινωνικό (βλ. εκροές αποχέτευσης κλπ.), το οικονομικό (βλ. απορροές  γεωργίας ή υγρά απόβλητα άλλων οικονομικών δραστηριοτήτων, κόστος απορρύπανσης κλπ.) και το πολιτικό περιβάλλον (βλ. πολιτικές που αφορούν την ποιότητα του νερού, των υγρών αποβλήτων κλπ.). Ο άνθρωπος είναι μέρος όλων των επιμέρους συστημάτων και στο πλαίσιο αυτό, το νερό και η ποιότητα του προσδιορίζεται από επιλογές που γίνονται σε επίπεδο κοινωνίας, οικονομίας και πολιτικής. Σύμφωνα με τον Huckle (2004) "ο κόσμος δεν μπορεί να αλλάξει αν δεν ερμηνευτεί επαρκώς" (από Δημητρίου, 2014)

 

Η ανάπτυξη της ικανότητας του ατόμου να προσεγγίσει την πόλη του στο παραπάνω πλαίσιο απαιτεί, την κατανόηση εννοιών, που αφορούν την έννοια της πόλης ως σύστημα, τη δομή και τη λειτουργία του, τις εισροές και τις εκροές από και προς το περιβάλλον έξω από τα όριά της πόλης, τις σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ των στοιχείων στο εσωτερικό ή στο εξωτερικό του συστήματος.

 
 

Η ΒΙΩΣΙΜΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ

Καθώς η επίτευξή της προϋποθέτει την διασφάλιση της σε όλα τα επιμέρους συστήματα, ο άνθρωπος πρέπει να κατανοήσει τις επιπτώσεις των αποφάσεων και των επιλογών του τόσο σε ατομικό  αλλά και κυρίως, σε συλλογικό επίπεδο, σε κάθε επιμέρους σύστημα.

Προκειμένου τα άτομα να είναι ικανά να προσεγγίζουν τα ζητήματα αυτά ολιστικά, με όρους συστήματος, είναι αναγκαίο να  αναπτύξουν 'εργαλεία' για τη διερεύνηση του κόσμου και του ρόλου του ανθρώπου μέσα σε αυτόν με  τρόπο κριτικό, αναλυτικό και συνθετικό. Με άλλα λόγια, να είναι σε θέση να προσεγγίζουν και να κατανοούν τον κόσμο με συστημική και κριτική σκέψη (Δημητρίου, 2014).

Η Εκπαίδευση για την Αειφορία αναγνωρίζεται διεθνώς ως μια θεμελιώδης εκπαιδευτική στρατηγική για την προετοιμασία πολιτών που προσεγγίζουν το περιβάλλον τους με τις αξίες και τις αρχές της βιωσιμότητας, διαθέτουν γνώση των θεμάτων της αειφορίας, καθώς και τις δεξιότητες και τα κίνητρα, για να εφαρμόσουν αυτή τη γνώση, στις ενέργειες

Οι αρχές της βιωσιμότητας

Το Περιβάλλον ως σύστημα

Η αειφορία - βιωσιμότητα του περιβάλλοντος αναφέρεται στην ικανότητα του να λειτουργεί στο διηνεκές.

Η επιδίωξη της αειφορίας - βιωσιμότητας, κατ΄ αναλογία, αφορά και τα τέσσερα επιμέρους συστήματα που διαμορφώνουν το περιβάλλον του ανθρώπου. Η συστημική άποψη του περιβάλλοντος αντιμετωπίζει τη βιωσιμότητα ως μία διαδικασία αλλαγής, που επιδιώκει τη βιωσιμότητα στο φυσικό, κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό περιβάλλον ή καθοδηγούμενη από αρχές – αξίες όπως (προστασία, ειρήνη, ισότητα, ανθρώπινα δικαιώματα, δημοκρατία, κατάλληλη ανάπτυξη). (UNESCO, 2010)

 

Ο ΤΟΠΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

Η έννοια του «τόπου», εκτός της έννοιας του χώρου την οποία μπορεί να εντοπίσει κάποιος στον χάρτη, αντιπροσωπεύει μια πολύ ευρύτερη έννοια, που εμπεριέχει τόσο υλικά χαρακτηριστικά (π.χ. γεωγραφική θέση, φυσικά χαρακτηριστικά, πλατείες, δρόμοι, σπίτια) όσο και κοινωνικά, οικονομικά και πολιτικά χαρακτηριστικά. Η ζωή σε ένα τόπο επιτρέπει τη βασισμένη στην εμπειρία εξοικείωση με τις φυσικές πορείες, την κοινότητα και την ιστορία του τόπου και την ανάπτυξη προσωπικού δεσμού με τον τόπο που τον κάνουν μοναδικό δημιουργώντας την αίσθηση του «ανήκειν» (Παπαδημητρίου, 2014).

Τα τελευταία χρόνια, έχει αναπτυχθεί μια σχετικά νέα κοινωνική τάση που επιδιώκει την  ανάκτηση της ταυτότητας του τόπου (place identity) στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, εδραιωμένη στην πεποίθηση, ότι τα τοπικά προβλήματα δεν μπορεί να επιλυθούν από τυποποιημένες προσεγγίσεις που επιβάλλονται εκ των άνω και ότι οι τοπικές κοινωνίες έχουν σημαντικό ρόλο να παίξουν στο να διαμορφώσουν πολιτικές που αφορούν στη ζωή στον τόπο τους και οι οποίες θα τις ωφελήσουν όχι μόνο στο παρόν αλλά και στο μέλλον (Athensville, Komotinistas, MinoistasPlaceIdentity, thessAlonistas, Ένα blog για το Μεταξουργείο, τον Κεραμεικό και τη ζωή στα αστικά κέντρα, ΣυνΑΘΗΝΑ κ.ά.). Η τάση αυτή μπορεί να χαρακτηριστεί ως μια στρατηγική που στοχεύει στη μετάθεση της δύναμης σε τοπικές δημοκρατικές δομές, πολύ ευρύτερες από την τοπική αυτοδιοίκηση, καθώς δίνει έμφαση στην ενεργό συμμετοχή τοπικών φορέων αλλά και των ίδιων των πολιτών της κοινότητας στη λήψη αποφάσεων. Από την οικειοποίηση ενός δρόμου (π.χ. project Συν-οικία), την ανάκτηση μιας γειτονιάς  (π.χ. Actors of Urban Change) μέχρι την αναθεώρηση του συντάγματος μιας χώρας (βλ. ΠΟΛΙΤΕΙΑ 2.0)

Η ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ  ΑΛΛΙΩΣ 

Φιλοσοφία του Θεσσαλονίκη Αλλιώς είναι ότι την εικόνα της πόλης την καθορίζει όχι μόνο η συμπεριφορά των αρχών της αλλά και των πολιτών της. Μόνο μέσα από τη συμμετοχική διαδικασία και την επιτυχή μετάβαση από το «εγώ» στο «εμείς» μπορεί να αλλάξει ωφέλιμα και αποδοτικά το πρόσωπο της πόλης. Αρκεί να δοθεί βήμα στην έκφραση των δημιουργικών μυαλών και ομάδων, προς μια κατεύθυνση σύμπραξης και συνέργειας, με την προοπτική να τεθεί ως συλλογικός στόχος η πορεία της πόλης στο μέλλον. Με προτάσεις αξιοποίησης του δημόσιου χώρου από τους ίδιους τους πολίτες, προτάσεις βελτίωσης του περιβάλλοντος, του πολιτισμού και μιας κοινωνικά δίκαιης και βιώσιμης ανάπτυξης της πόλης, με ανοιχτό και διαρκές κάλεσμα των αρχών, χωρίς αποκλεισμούς σε όσους μπορούν να συνεισφέρουν σε ενδυνάμωση και ενίσχυση πρωτοβουλιών, που αποδεδειγμένα προσφέρουν στην πόλη.

Οι δράσεις του «Θεσσαλονίκη Αλλιώς» σηματοδοτούν τη μεγαλύτερη σύμπραξη δημιουργικών ομάδων, θεσμικών φορέων, ιδιωτικών πρωτοβουλιών και εθελοντών που έγινε ποτέ στη Θεσσαλονίκη. Παρεμβάσεις πολιτιστικού, αρχιτεκτονικού, κοινωνικού και περιβαλλοντικού χαρακτήρα καλύπτουν ένα μεγάλο μέρος του αστικού ιστού της πόλης, στο πλαίσιο μιας ευρείας συνέργειας ετερόκλητων δυνάμεων, με κύριους άξονες την εξωστρέφεια και τη δημιουργία, αλλά και έχοντας σε πρώτο πλάνο την κοινωνική προσφορά, τον πολιτισμό, το περιβάλλον και την αστική συνείδηση. Με βασικούς άξονες κίνησης τη διαχείριση του δημοσίου χώρου, το περιβάλλον, την κοινωνική αλληλεγγύη και τον πολιτισμό, η Θεσσαλονίκη Αλλιώς παρεμβαίνει διαρκώς στην καθημερινότητα της πόλης, αφήνοντας πίσω νέους θεσμούς και υποδομές, που θα αξιοποιήσει η πόλη στο μέλλον. Την υλοποίηση των δράσεων αναλαμβάνει μια δημιουργική ομάδα ανθρώπων από διαφορετικούς χώρους, χάρη στην κινητοποίηση και την πολύτιμη προσφορά εκατοντάδων εθελοντών.

Η Θεσσαλονίκη Αλλιώς είναι ένα αστικό πείραμα που βρίσκεται σε διαρκή εξέλιξη.

ΠΕΔΙΟ ΑΓΟΡΑ 

Το ΠΕΔΙΟ ΑΓΟΡΑ είναι ένα πρόγραμμα έρευνας δράσης στα πλαίσια του οποίου αναπτύσσεται μία πρότυπη διαδικασία αστικού σχεδιασμού, η οποία βασίζεται στη συμμετοχή των πολιτών και τις διατομεακές συνεργασίες.

Στόχος του ΠΕΔΙΟ_ΑΓΟΡΑ είναι να διερευνηθούν πιθανοί τρόποι αστικής αναγέννησης, που αναδεικνύουν το δημόσιο χώρο της πόλης ως πεδίο πολιτικής και πολιτιστικής δημιουργικής έκφρασης. Το έργο αναπτύσσεται στην πλατεία Βαρβακείου (πλατεία Δημοτικής Αγοράς της Αθήνας), έναν δημόσιο χώρο που συμβολίζει την πολυπλοκότητα των σύγχρονων ζητημάτων που αντιμετωπίζουν οι πόλεις και ιδιαίτερα η Αθήνα. 

Στο πλαίσιο αυτό, διοργανώνεται μια σειρά εργαστηρίων και εκδηλώσεων, στα οποία θα κληθούν να συμμετάσχουν άνθρωποι και φορείς που σχετίζονται με την πλατεία – κάτοικοι, εργαζόμενοι, επισκέπτες αλλά και εκπρόσωποι των αρχών, επιστήμονες και επαγγελματίες με σχετικά γνωστικά αντικείμενα, προκειμένου να αλληλεπιδράσουν μεταξύ τους, να καλλιεργήσουν συνεργατικές σχέσεις και να αναπτύξουν από κοινού ιδέες και προτάσεις αστικών παρεμβάσεων.

Παράλληλα, η ομάδα συντονισμού του έργου σε συνεργασία με επιστημονικούς συνεργάτες ασχολείται με την κριτική εφαρμογή νέων μεθόδων κι εργαλείων αστικού σχεδιασμού και την ανάπτυξη εφαρμογών ενημέρωσης και αποτύπωσης τεχνικών δεδομένων με τρόπο ευρέως κατανοητό.

Τα αποτελέσματα της έρευνας δράσης του ΠΕΔΙΟ_ΑΓΟΡΑ παρουσιάζονται και διατίθενται ανοιχτά στο κοινό, μετά την ολοκλήρωση των εργαστηρίων. Τόσο η συμμετοχική δημιουργική μελέτη της ανάπλασης της πλατείας Βαρβακείου, όσο και τα συμπεράσματα που θα προκύψουν από την επεξεργασία και κωδικοποίηση των διαδικασιών, θα διατίθενται με τρόπο που θα επιτρέπει τη μελλοντική χρήση τους για εφαρμογή σε αντίστοιχες διαδικασίες.

ΦΑΝΤΑΣΟΥ  ΤΗΝ  ΠΟΛΗ 

Η πλατφόρμα «Φαντάσου την πόλη» σχεδιάστηκε και αναπτύσσεται με σκοπό να ανοίγει έναν δημιουργικό διάλογο ανάμεσα στους πολίτες, την κοινότητα των μελετητών και δημιουργών και τους τοπικούς φορείς για τον σχεδιασμό και τις αποφάσεις των έργων ανάπλασης κοινής ωφέλειας στις ελληνικές πόλεις.

Ξεκίνησε το 2009 και αφορά σε εκθέσεις που αναπτύσσονται στις ελληνικές πόλεις μέσα από τις οποίες παρουσιάζονται προτάσεις ανάπλασης του αστικού τοπίου (αισθητικής και λειτουργικής αναβάθμισης, πολιτιστικής, τουριστικής, περιβαλλοντικής σημασίας) της εκάστοτε πόλης και ένα σύνολο παράλληλων εκδηλώσεων (διαλέξεις, συζητήσεις, εργαστήρια, δρώμενα). 

Μέσα από τις εκθέσεις «Φαντάσου την πόλη» οι πολίτες μπορούν να ενημερωθούν, να συζητήσουν, να αντιληφθούν τις δυνατότητες βελτίωσης της εικόνας και της ποιότητας ζωής της πόλης και να οραματιστούν το μέλλον της πόλης τους.

 

Ο ΤΟΠΟΣ ΚΑΙ Η ΒΙΩΣΙΜΟΤΗΤΑ

Πολλά έχουν γραφτεί από την ακαδημαϊκή κοινότητα σχετικά με την έννοια της βιώσιμης ανάπτυξης και την ανάγκη ενσωμάτωσης των αρχών - αξιών της στη διαδικασία λήψης αποφάσεων τόσο σε δημόσιο όσο και σε προσωπικό επίπεδο. Ωστόσο, δεν υπάρχει ένας κοινά αποδεκτός ορισμός της έννοιας και ίσως δεν υπάρχει καμία ανάγκη για έναν ορισμό, γιατί η βιώσιμη ανάπτυξη αφορά μια διαδικασία αλλαγής και αναπόφευκτα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις τοπικές συνθήκες και ανάγκες. Έτσι, η αειφορία – βιωσιμότητα είναι μια «αναδυόμενη έννοια» κατά δύο τρόπους, πρώτον, επειδή είναι σχετικά νέα και εξελίσσεται καθώς μαθαίνουμε να κατανοούμε τις διαστάσεις της σε όλες τις πτυχές της ζωής μας, και, δεύτερον, διότι οι σημασίες της αναδύονται και εξελίσσονται στα διαφορετικά πλαίσια κάθε τόπου (UNESCO, 2010).

Καθώς ο προβληματισμός για την έννοια της βιωσιμότητας ωριμάζει, γίνεται ολοένα και πιο φανερό πως οι στόχοι της βιωσιμότητας δεν μπορεί να είναι ίδιοι σε όλα τα μέρη του κόσμου, καθώς διαφορετικές κοινωνίες θέτουν διαφορετικές προτεραιότητες έχοντας διαφορετικές ανάγκες και οράματα για τη βιωσιμότητά τους. Η μορφή ή οι μορφές που παίρνει η αειφορία – βιωσιμότητα ορίζονται σε σχέση με τις τοπικές συνθήκες και αξίες. Κάτι που θεωρείται βιώσιμο και αειφόρο για την κοινότητα μιας περιοχής του δυτικού ανεπτυγμένου κόσμου δεν έχει κανένα νόημα για την κοινότητα μιας περιοχής της Αφρικής. Τέτοιου είδους διαφοροποιήσεις μπορεί να αναδύονται ακόμη και μέσα στα όρια της ίδιας πόλης (π.χ. Δυτικές και Ανατολικές συνοικίες της Θεσσαλονίκης). Κάθε κοινότητα πρέπει να καθορίσει τις δικές της προτεραιότητες για την αειφορία που θα ταιριάζουν στις δικές της τοπικές ανάγκες.

Δηλαδή, αν και οι αρχές - αξίες της βιωσιμότητας είναι σταθερές και παγκόσμιες  οι προτεραιότητες, οι ανάγκες και τα οράματα μπορεί να είναι διαφορετικά. Στο πλαίσιο της επιδίωξης της αειφορίας στο δικό τους περιβάλλον διάφορες πόλεις ορίζουν τις δικές τους προτεραιότητες, ανάγκες και οράματα. Παρατίθενται ενδεικτικά τα παραδείγματα δύο διαφορετικών πόλεων, της Μελβούρνης και της Τεχεράνης .

Οι κύκλοι της βιωσιμότητας: Μελβούρνη 2011. Licensed under CC BY-SA 3.0 via Wikimedia Commons.

Οι κύκλοι της βιωσιμότητας: Τεχεράνη, 2012" by SaintGeorgeIV - Own work. Licensed under CC BY-SA 3.0 via Wikimedia Commons.

Η ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ Ο ΕΝΕΡΓΟΣ ΠΟΛΙΤΗΣ ΣΤΟ ΤΟΠΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ

Η ιδέα της χρήσης του τοπικού περιβάλλοντος στην εκπαιδευτική διαδικασία αποτελεί μια πορεία, η οποία χρησιμοποιεί την τοπική κοινότητα και το περιβάλλον της ως σημείο εκκίνησης για την κατανόηση της πραγματικότητας που βιώνουν οι μαθητές. Δίνει έμφαση στην εμπειρία από πρώτο χέρι, σε εμπειρίες από τον πραγματικό κόσμο και εκτός των άλλων, σύμφωνα με τον Sobel (2004), τους βοηθάει να αναπτύξουν στενότερους δεσμούς με την κοινότητά τους, προάγει την εκτίμηση τους για τον τόπο τους, και δημιουργεί ευκαιρίες για μέγιστη συμμετοχικότητα, ώστε ο μαθητής να δρα ως ενεργός πολίτης που συνεισφέρει στη διαμόρφωση της ζωής στην τοπική του κοινότητα.

Η βασισμένη στον τόπο εκπαίδευση, όπως άλλωστε δηλώνει και ο όρος, έχει ως αντικείμενο μελέτης τον τόπο, όχι οποιονδήποτε τόπο, αλλά τον τόπο στον οποίο βρίσκεται το σχολείο (Παπαδημητρίου, 2014), στον οποίο κατοικούν οι μαθητές και με τον οποίο έχουν αναπτύξει προσωπικό δεσμό. Ένας τέτοιος «τόπος» ταυτίζεται με την έννοια της «κοινότητας» (Gruenelwald & Smith, 2008) και λειτουργεί ως «κείμενο» για τη μελέτη θεμάτων που σχετίζονται με αυτή (Blank et al, 2003). Σε αυτό το πλαίσιο, η κατανόηση της πραγματικότητας του σήμερα μπορεί να αντλήσει χρήσιμα στοιχεία από την πορεία του τόπου στον χρόνο κατά τη διάρκεια της οποίας διαμορφώθηκαν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του. Η μελέτη του παρελθόντος μπορεί να βοηθήσει τόσο στην κατανόηση του παρόντος όσο και στη διαμόρφωση ενός οράματος για το μέλλον.

Η βασισμένη στον τόπο εκπαίδευση απευθύνεται σε μαθητές όλων των ηλικιών. Κύριο χαρακτηριστικό της είναι ότι η μάθηση βασίζεται στην άμεση εμπειρία, με τους μαθητές να έχουν ενεργό ρόλο στην όλη διαδικασία καθώς μια τέτοια προσέγγιση συμβάλλει στην ανάπτυξη ενδιαφέροντος και φροντίδας για την κουλτούρα, το φυσικό περιβάλλον και τις πορείες ανάπτυξης του τόπου (Smith, 2002, Sanger, 1997), ενώ παράλληλα προάγει την κατανόηση των μαθητών για την αλληλεξάρτηση της δικής τους ζωής με τις ζωές των άλλων μελών της κοινότητας (Theobald, 1997).

Η βασισμένη στον τόπο εκπαίδευση δεν είναι απλά μια μελέτη του περιβάλλοντος, ούτε μόνο μια εμπλοκή της κοινότητας στην εκπαίδευση ή η δημιουργία κοινοτήτων μάθησης. Είναι μια εκπαιδευτική φιλοσοφία που αντλεί το πρόγραμμα από τον «τόπο» (Kemp, 2006). Είναι μια πορεία που βοηθάει τους μαθητές να κατανοήσουν τον κόσμο που ζουν, να ενδιαφερθούν για τη δική τους κοινότητα και να αποκτήσουν διάθεση να δημιουργήσουν ένα καλύτερο μέλλον γι’ αυτή, αναλαμβάνοντας δράση ως ενεργοί πολίτες μιας δημοκρατικής κοινωνίας, καθώς οι τοπικές κοινωνίες και περιοχές είναι οι τόποι όπου διαμορφώνονται οι ατομικές μας ζωές. Αν η εκπαίδευση είναι να γίνει πιο σχετική και να αναχθεί σε μια πραγματική δύναμη βελτίωσης των κοινωνιών στις οποίες ζούμε, τότε πρέπει να συνδεθεί με τον τόπο, με τις σφαίρες δράσης και επιρροής που βιώνουμε και να δημιουργήσει συνθήκες για την ανάπτυξη μιας κοινωνίας υπεύθυνης για τον «τόπο» (Cameron et al., 2004).

Καθώς, όπως αναφέρθηκε σε προηγούμενη ενότητα οι πόλεις δεν είναι απομονωμένες οντότητες, αλλά ανοικτά συστήματα που εξαρτώνται από τη φύση ή ακόμη διαθέτουν κοινά στοιχεία μεταξύ τους, οι πόλεις έχουν αμέτρητους ορατούς και αόρατους δεσμούς με άλλους τόπους. Στο πλαίσιο της εκπαίδευσης της βασισμένης στον τόπο πρέπει να δίνεται έμφαση στη δημιουργία δεσμών και δικτύων με τους μακρινούς άλλους των οποίων οι τύχες είναι συνδεδεμένες με τις δικές μας. Μπορεί λοιπόν ένα πρόγραμμα να αρχίζει με τον οικείο τόπο και να επεκτείνεται στον κόσμο και αυτό είναι πιο αποτελεσματικό στο να κάνει τους μαθητές να καταλάβουν καλύτερα και τα δύο. Για παράδειγμα μπορούν οι μαθητές να κατανοήσουν καλύτερα το ζήτημα της διαχείρισης του νερού από τη μελέτη του τοπικού συστήματος ύδρευσης, κατανάλωσης και αποχέτευσης της πόλης τους, των φορέων που έχουν την ευθύνη για τη διαχείρισή του, την προσωπική τους στάση και συμπεριφορά καθώς και τη συλλογική αντιμετώπιση του ζητήματος σε επίπεδο πόλης. Αυτή η προσέγγιση θα τους διδάξει να κάνουν έξυπνες επιλογές, που θα έχουν τοπικές αλλά και ευρύτερες επιπτώσεις αναγνωρίζοντας την επίδραση του δικού τους περιβάλλοντος στην παγκόσμια αειφορία.

Αντίστροφα, η έκταση και η ποιότητα των χώρων πρασίνου άλλων πόλεων του κόσμου θα τους επιτρέψει να δουν κριτικά την έκταση και την ποιότητα των χώρων πρασίνου της δικής τους πόλης. Η ενασχόληση λοιπόν με τον τόπο δεν μειώνει τη δυνατότητα για κατανόηση προβλημάτων άλλων τόπων πιο κοντινών αλλά και παγκόσμιων. Αντίθετα, ο τόπος δρα σαν γέφυρα μεταξύ του τοπικού και του παγκόσμιου. Εξάλλου, τα τοπικά περιβαλλοντικά, οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά θέματα, είναι το ίδιο πολύπλοκα όσο τα ίδια θέματα σε εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο. Η αίσθηση υπευθυνότητας για την παγκόσμια κοινότητα είναι σημαντική, ωστόσο τα παιδιά δεν θα νοιώσουν ότι έχουν συμμετοχή σε θέματα και προβλήματα που συμβαίνουν σε μακρινούς τόπους, αν δεν έχουν στέρεα θεμέλια μιας γνώσης για το δικό τους τόπο, σύμφωνα με τον Arenas (1999).

 Οι παγκόσμιες περιβαλλοντικές πραγματικότητες (Για μία θεματική πλατφόρμα γνώσης για την αειφορία) με τις οποίες ερχόμαστε καθημερινά αντιμέτωποι μέσα από τον τύπο, την τηλεόραση και το διαδίκτυο δεν είναι αποκλειστικά παγκόσμιας κλίμακας, αλλά εκδηλώνονται επίσης στο εθνικό και στο τοπικό επίπεδο. Πρέπει να γίνουμε ικανοί να αναγνωρίζουμε το εθνικό και τοπικό επίπεδο των παγκόσμιων ζητημάτων, γιατί σε αυτό το επίπεδο λειτουργούμε. Άτομα, θεσμοί και κοινωνικές ομάδες είναι σε πλεονεκτικότερη θέση, όταν πρόκειται να αντιμετωπίσουν παγκόσμια ζητήματα σε τοπικό επίπεδο και αυτό το επίπεδο είναι το πιο κατάλληλο, για να μάθουμε εμείς οι εκπαιδευτικοί, η σχολική κοινότητα και οι μαθητές μας τις δεξιότητες εκείνες που απαιτούνται για τη δημιουργία ενός βιώσιμου μέλλοντος.

Η σημασία της μάθησης μέσω της εμπειρίας από το άμεσο περιβάλλον, ιδιαίτερα για παιδιά μικρής ηλικίας, ή η εκπαίδευση μέσα σε συγκεκριμένα πλαίσια από την καθημερινή ζωή προσφέρουν δυνατότητες μάθησης εξετάζοντας την πραγματικότητα ως αποτέλεσμα φυσικών, κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών δυνάμεων και διαμορφώνοντας αξίες, στάσεις και συμπεριφορές για θέματα τοπικού μεν χαρακτήρα αλλά με όμοια χαρακτηριστικά σε πολλούς τόπους, δημιουργούν τις προϋποθέσεις για κοινή αντιμετώπιση προβλημάτων, ανεξάρτητα του τόπου στον οποίο συναντώνται.

Μέσα από τέτοιες εκπαιδευτικές προσεγγίσεις, οι μαθητές μαθαίνουν τη γλώσσα της κοινότητας, των δημόσιων φορέων ή των θεσμών, πώς να πραγματεύονται τις ανάγκες και τις προσδοκίες τους μαζί με τις αντίστοιχες των άλλων διαφορετικής κουλτούρας και κοινωνικής θέσης ή πώς να ισορροπήσουν τα δικά τους ατομικά συμφέροντα με εκείνα που αποβλέπουν στο «κοινό καλό», βασισμένοι σε αξίες, όπως η αλληλεγγύη και η δικαιοσύνη συμβάλλοντας στη βελτίωση της ποιότητας της δημόσιας ζωής. Εκπαιδευτικά προγράμματα που προωθούν τις γνώσεις αυτές με τις κατάλληλες διδακτικές προσεγγίσεις που διαθέτει η Περιβαλλοντική Εκπαίδευση, όπως η μάθηση μέσω διερεύνησης, η ομαδική εργασία, η δημοκρατική συμμετοχικότητα κ.ά. συνδέουν το σχολείο με το ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο και βρίσκονται στην καρδιά των προσδοκιών της παγκόσμιας κοινότητας από την εκπαίδευση για τη βιωσιμότητα.

Αναλυτικά για την Εκπαίδευση βασισμένη στον τόπο, δείτε στο: Βάσω Παπαδημητρίου (2014) Εκπαίδευση Βασισμένη στον «Τόπο» στο περιοδικό "Για την Περιβαλλοντική Εκπαίδευση" Τεύχος 1(46).